Πανδούρα
Αρχαία Ελληνική Πανδούρα (Πανδουρίδα / Τρίχορδον)
Η αρχαία ελληνική Πανδούρα, γνωστή και ως πανδουρίδα ή τρίχορδον, ανήκει στην οικογένεια των λαούτων. Στην Αρχαία Ελλάδα, εμφανίζεται ως το μόνο γνωστό όργανο τύπου λαούτου με μακρύ λαιμό. Ωστόσο, έχουν διασωθεί περιορισμένες πληροφορίες γι' αυτό. Ο όρος τρίχορδον προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις τρεῖς (τρία) και χορδή (χορδή), που αναφέρεται άμεσα στις τρεις χορδές του οργάνου.
Οι μελετητές συζητούν εδώ και καιρό την προέλευση του ονόματος πανδούρα. Μερικοί ερευνητές τη θεωρούν ως καθαρά ελληνική λέξη. Τη συνδέουν με τις λέξεις παν και δόρυ(ξύλο), που σημαίνει “εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο από ξύλο”. Άλλοι μελετητές υποστηρίζουν τη προέλευσή της απο την ανατολή. Κατά αυτή την άποψη, το όνομα σχετίζεται με τις σουμεριακές λέξεις παντούρ ή παντούρ, που σημαίνει “μικρό τόξο”. Ως αποτέλεσμα, το όργανο μπορεί να αντικατοπτρίζει πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ του Αιγαίου και του Μεσοποτάμιου κόσμου.
Στο εργαστήριό μας, κατασκευάζουμε πανδούρες με ξύλινα ηχεία και καπάκια είτε από ξύλο είτε από δέρμα κατσίκας. Στηριζόμαστε σε πληροφορίες που αντλούνται από ιστορικές πηγές και οργανολογική μελέτη. Το σώμα είναι σκαλισμένο από ένα ενιαίο κομμάτι ξύλου και το ηχείο είναι κοίλο από την πίσω πλευρά. Ένα χαρακτηριστικό της πανδούρας είναι ότι το όργανο χρησιμοποιεί κινητά τάστα, κάτι που ακολουθείτε και απο τα μεταγενέστερα βυζαντινα οργάνων, όπως το ταμπουράς. Ως αποτέλεσμα, οι ερμηνευτές μπορούν να παράγουν ασυγκέραστα φυσικά διαστήματα.
Ενώ οι ανοιχτές χορδές συνήθως κουρδίζονται σε διαστήματα μιας πέμπτης, οι μουσικοί μπορούν να εφαρμόσουν άλλα κουρδίσματα ανάλογα με το μουσικό πλαίσιο. Συνολικά, η πανδούρα που παρουσιάζεται εδώ υπερβαίνει την ιστορική ανασύνθεση. Αντίθετα, αποτελεί ένα πλήρως λειτουργικό αρχαίο ελληνικό μουσικό όργανο, εξυπηρετώντας τόσο την επιστημονική έρευνα όσο και τις απαιτήσεις της σύγχρονης μουσικής ερμηνείας.
Ιστορικά στοιχεία της πανδούρας
Πανδούρα (Τρίχορδον)είναι ο πρόγονος των λαουτοειδών που συναντάμε στις μέρες μας και όπως μαρτυρεί και το όνομά της, είχε τρείς χορδές. Πρόκειται για μουσικό όργανο που εκτελεστής ήταν κυρίως γυναίκα αν και η βιβλιογραφία και η εικονογραφία είναι πολύ φτωχή και οι πληροφορίες ελάχιστες. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι τα λαουτοειδή στον ελλαδικό χώρο δεν ήταν καθόλου διαδεδομένα και ακόμη περισσότερο θεωρούνταν όργανα εντελώς λαϊκά και περιθωριοποιημένα. Η πανδούρα παρουσίαζε νεωτερισμούς, οι οποίοι παραβαίνουν, με σκανδαλώδη τρόπο, τους αυστηρούς κανόνες της κλασικής παιδείας με αποτέλεσμα οι εκτελεστές της πανδουρίδας να περιθωριοποιούνται τόσο σε μουσικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Ο μελισματικός όμως χαρακτήρας του οργάνου, που συχνά κρατούσαν στα χέρια τους εταίρες σε γιορτές και οινοποσίες, βοηθούσε την ηδονιστική και λάγνα τέρψη, που κι αυτή βεβαίως υπέρβαινε τους στερεούς κανόνες της ηθικής.
